εψητός

-ή, -ό (ΑΜ ἑψητός, -ή, -ον) [ἕψω]
ψητός, βραστός, βρασμένος
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. τo εψητό και ψητό
το ψητό, το φαγητό τού φούρνου ή τής σούβλας
μσν.
1. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑψητόν
φαγητό μαγειρεμένο (βρασμένο, τού φούρνου ή τής σούβλας)
2. φρ. «ἑψητὸς οἶνος» — γλεύκος, μούστος
αρχ.
(το αρσ. στον πληθ. ως ουσ.) οἱ ἑψητοί
μικρά ψάρια μαγειρεμένα, έτοιμα για φάγωμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑψητός — boiled masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητόν — ἑψητός boiled masc acc sg ἑψητός boiled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητοῖς — ἑψητός boiled masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητοῖσι — ἑψητός boiled masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητοί — ἑψητός boiled masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητούς — ἑψητός boiled masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητή — ἑψητός boiled fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητῷ — ἑψητός boiled masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητά — ἑψητά̱ , ἑψητής one who smelts masc nom/voc/acc dual ἑψητής one who smelts masc voc sg ἑψητής one who smelts masc nom sg (epic) ἑψητός boiled neut nom/voc/acc pl ἑψητά̱ , ἑψητός boiled fem nom/voc/acc dual ἑψητά̱ , ἑψητός boiled fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυέψητος — ον, Α καλοψημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + ἑψητός, ρηματ. επίθ. τού ἕψω (πρβλ. ευ έψητος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.